Κορονο-Φρουροί φ’λάν τ΄ αρνί-Η τελευταία έξοδος των Κορονο-Υιών

Το Ημερολόγιο του Κορονοϊού

Ντρινγκ, ντρινγκ, ντρινγκ…

-Χτυπάει του τηλέφωνου κι αυτή δεν του σηκών΄…Πού στου καλού ειν; Μάτ΄ δεν έκλεισα τσι τελευταίες ώρες… Άντε, Νούλα ‘ μ , σήκουσέ του το ριμάδ…

-Νααιι;

-Πού είσι, μαρί; Χτυπάει, χτυπάει, χτυπάει κι η Νούλα’ μ, άφαντ;

-Αχ, Ρόιδου’ μ, μι πήρε ο ύπνος, εξαντλήθκα…

-Τά μαθις, δεν τά μαθις;

-Για πες, τι εικόνα έχς;

-Άσι… Είνι για να κλαις. Και για αυτά που γίνουνται ιδώ και για αυτά που τραβάν τα πιδιά μας, πού φυγαν απ΄ κοντά μας μικρούτσκα κι τα βλέπουμι λίγις φορές του χρόνου.

-Πες, Ρόιδου ΄μ, γιατί έχου μεγάλ΄ αγωνία κι μ΄ αυτά που ξέρου γω. Θα στα ειπώ…

-Αχ, Νούλα΄μ, στου χωριό έχουν στήσ΄ ομάδες, …αποσπάσματα -θμάσαι πώς τα λέγαμι παλιά- απού τα προυψές, που η κυβέρνησ΄ είπι ότι θα λα΄β μέτρα, για να μην φύγει κόσμους απ΄τσι πόλεις για τα χωριά τσ… Έτσι, περιπολάν με σφεντόνες κι αεροβόλα πχια ούλες τσ΄ ώρες. ΄Αλλ΄ ειν στ΄αμπέλια, άλλ΄ στι μαχαλάδες κι άλλοι ικί, στην κύρια είσοδο του χωριού. Ονομάσκαν… Κορονο-Φρουροί! Και του σχέδιου είνι να μην αφήσουν κάνεναν Κορονο-Υιό, όπως βάφτσαν πλέουν τα πιδιά κι τα εγγόνια μας, να γυρίσ΄ πίσω, για να μην μας μουλύνουν…

-Για συνέχσι, για συνέχσι, Ρόιδου ΄μ…

-Έτσ΄, π΄λες, προυχτές του βράδ΄, τα μισάνυχτα, έπιασαν τουν πρώτου Κορονο-Υιό. Ξερς για ποιον σι λέω; Για τουν γιο τσι Κωστούλας, τον Σωτηράκ΄, που τα τελευταία χρόνια το καημένο, υποφέρ΄ . Άλλουτε δλεύ΄ε, άλλουτε ιν άνεργο , η γυναίκ΄τ καθαρίζει σκάλες κι έχουν δυο παιδιά. Του ένα τελειών΄ το δημοτικό, τ΄ άλλο μόλις ξεκίντσι. Είχι βάλ΄΄τουν μικρό στου πορτ-παγκάζ μαζί με τις βαλίτες, ου μεγάλους κρυβόταν κάτ΄ από μια κουβέρτα στο πίσου κάθισμα, κι αυτός με τιν γυναίκ΄τ ήταν μπροστά, στ΄ αυτοκίνητο τς ,εξαιτίας των μέτρων όπως ξέρς.

Είχαν ξεκινήσ΄ για να μιν τσι πιάσει η απαγόρεψ΄ για του Πάσχα. Του γνωρίζ’ ότι η Κωστούλα έχ’ κι πρόβλημα με την καρδιά τς, είνι και μόν ΄τς, αφού ου άντρας ΄τς πέθανι. Ένα τον έχ΄ τον Σωτηράκ’ι τς.

Μόλις είδαν τ΄αυτοκίνητου οι Κορονο-Φρουροί, τουν σταμάτσαν. Βγήκε αυτός έξω, τσι λέει να τουν αφίσουν να πάει στη μάνα τ. «Γύρνα πίσω όπους ίσι», τ΄απάντσαν. «Βρε», τσι είπε, «έκανα τόσο δρόμο, κινδύνεψα, έκοψα από παράδρομ’ και απ’ χωράφια, ξέφυγα από μπλόκα, γλίτουσα από πρόστιμα, πού μι γυρίζιτι;». «Δεν ξέρς ότι μπορεί να μας μουλίνς; Είσι άντρας εισί, που ήρθες να φας τ΄αρνί, να πεθάνς την μάνα΄σ κι μετά ιμάς;».

Λύγσε του παιδί. Να του μιλάν με τέτοια σκληρά λόγια. Έπεσε κάτ ΄κι έκλαιγε. «Δεν έχω λεφτά, δεν έχω να φάω, δεν έχω πού να πάω», φώναζε, «λυπθείτε με… Πώς θα ξαναγυρίσω τώρα στου σπίτ΄μ, θα μι πιάσ΄η αστυνομία». Αφού τον κράτσαν εκεί, έστειλαν έναν Κορονο-Φρουρό στην Κωστούλα, πήρι τα λεφτά τς κι έτρεξε πίσω για να τα δώσ΄στου παιδί τς.

Ασε, Νούλα΄μ , και τι δεν τούπαν…. Οτι ήθελε να καν την καλή ζωή και παράτσι του χωριού και τώρα, που ήρθαν τα δύσκουλα, ξαναγυρνάει.

-Ρόιδου΄μ, η Χάιδου, μι είπι κι άλλα φοβερά πράγματα. Οτι τ΄αποσπάσματα στήθκαν, γιατί μπουρεί να μην είν τα πιδάκια μας, που τόσα στερηθήκαμε για αυτά, για να παν στην πολ΄, να σπουδάσουν, να ζήσουν μια άλλ΄ ζωή, να φτιάξουν μια καλύτερη κατάντια… κι αυτά κατάντσαν άνεργα και νούμερα σε κάτι πίνακες.

-Δηλαδή, Νούλα ‘ μ;

-Φουβάμι και να του αναφέρω… Η Χάιδου έμαθε ότι μπορεί ο κορονοϊός να τσι μεταλάσσ΄!!! Να τσι κάν… ζόμπι!!! Εχ΄, λέει, μιαν ακίδα, που άλλουτε τσιμπάει τσι ύποπτ’ βαριά κι άλλουτε ελαφριά. Κι αυτοί που λεν ότι είν΄τα πιδιά μας, μπουρεί και να μην είναι… Για αυτού υπάρχει τέτοια κινητοποίησ΄από τσ΄ Αρχές.

Δεν τάμαθις, που ανακοίντσαν ότι οι μπάτσ΄ θα φορούν ειδικά γυαλιά νυχτερινής οράσεως, θα πετούν ρομπότ -τα λέν ντρον- κι ελικόπτερα κι θα ψάχνουν όλα τα ύποπτα σημεία; Είπαν και για ένα άλλο μέτρου, για κάτι μπάρες με ειδικό νιρό. Ποιος ξέρ’ , θα φουβάται το κορονο-ζομπ αυτό το υγρό και δεν θα μπουρεί να του αμπδήσ΄…

Και τι να σι πω, Ρόιδου’ μ, άμα είναι να μι φάει το ζομπ, δεν πρέπει να μείνει έξω από του χωριό; Πόσα χρόνια μπορώ να ζήσω ακόμ΄, να μην φτάσω τα ικατό; Είμαι στα 76 ΄μ. Αμα μουλυνθώ κι αρρωστήσω, θα μι κοιτάξ κάνενας στο νοσοκομείο; Δεν ακούς τι λεν; ΄Αφναν τσι γέροι να πεθάνουν, για να σώσουν τσι νεότερ΄…

Ρόιδου’μ, βλέπω ένα σινιάλο μ΄ ένα φως στ΄ αμπέλια. Αμάν, λες, να τσάκουσαν κι άλλον Κορονο-Υιό;

Πώ πώ πώ, τον Θεότς δεν έχουν… Ούλοι τς. Για αυτό λεν’ : η επόμεν΄ μέρα δεν θα είνι ποτές ξανά ίδια…

Ρόιδου΄μ, πού ζούμε; Μήπως γυρίζουμε τινία;

ΕΓΚ

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.